Σήμανση κλασμάτων και αρχείο εργαστηρίου: ημερομήνιση και ιχνηλασιμότητα παρτίδας
Η αλυσίδα ιχνηλασιμότητας σπάνια σπάει στην ετικέτα του προμηθευτή — σπάει στη δεύτερη ετικέτα, αυτή που γράφει το ίδιο το εργαστήριο.
Η ετικέτα ενός κλάσματος πρέπει να απαντά σε τέσσερα ερωτήματα χωρίς να ανοίξει κανείς υπολογιστή: από ποια μητρική παρτίδα προέρχεται, ποιο κλάσμα αυτής της παρτίδας είναι, τι περιέχει και σε ποια ονομαστική ποσότητα, και πότε δημιουργήθηκε — με την ημερομηνία γραμμένη σε μορφή ΕΕΕΕ-ΜΜ-ΗΗ, όχι σε μορφή που διαβάζεται αλλιώς στην Αθήνα και αλλιώς στο Σικάγο. Το πέμπτο στοιχείο δεν χωράει στην ετικέτα και ζει στο μητρώο: η εγγραφή που δένει τον κωδικό του κλάσματος με τον αριθμό παρτίδας του προμηθευτή, με το πιστοποιητικό ανάλυσης και τα πεδία που φέρει και με το πρόσωπο που έκανε τη διαίρεση. Το ISO/IEC 17025 το διατυπώνει ως απαίτηση και όχι ως καλή συνήθεια: το εργαστήριο οφείλει να διαθέτει σύστημα μονοσήμαντης ταυτοποίησης, το οποίο διατηρείται σε όλη τη διάρκεια παραμονής του αντικειμένου στην ευθύνη του και διασφαλίζει ότι τα αντικείμενα δεν συγχέονται ούτε φυσικά ούτε μέσα στα αρχεία [1].
Ο αδύναμος κρίκος σχεδόν ποτέ δεν είναι η ετικέτα του προμηθευτή. Είναι η δεύτερη ετικέτα, αυτή που γράφει το ίδιο το εργαστήριο όταν το περιεχόμενο μετακινείται σε άλλο δοχείο. Η πρώτη είναι τυπωμένη, ελεγμένη και συνοδεύεται από φάκελο· η δεύτερη γράφεται συχνά με μαρκαδόρο, πάνω σε επιφάνεια που δεν σχεδιάστηκε για γράψιμο, από κάποιον που βιάζεται και θυμάται ακόμη τι κάνει. Από τη στιγμή της διαίρεσης και μετά, η ιχνηλασιμότητα δεν εξαρτάται πια από την ποιότητα του προμηθευτή αλλά αποκλειστικά από τη δική σας πειθαρχία στην καταγραφή.
Τι πρέπει να αναγράφει η ετικέτα ενός κλάσματος
Δεν υπάρχει πρότυπο που να ορίζει «ετικέτα κλάσματος» ως τυποποιημένο έντυπο. Υπάρχει όμως μια απαίτηση αποτελέσματος, και είναι αυστηρή: η ταυτοποίηση πρέπει να επιβιώνει της μεταφοράς σε νέο δοχείο, ώστε δύο αντικείμενα να μη μπορούν να συγχυθούν ούτε στο ράφι ούτε στη σελίδα [1]. Ό,τι πετυχαίνει αυτό είναι αποδεκτό· ό,τι δεν το πετυχαίνει είναι διακόσμηση. Ο πίνακας που ακολουθεί είναι το ελάχιστο σύνολο πεδίων που, στην πράξη, κρατά την αλυσίδα κλειστή.
| Πεδίο | Τι γράφεται | Τι σπάει χωρίς αυτό |
|---|---|---|
| Ταυτότητα περιεχομένου | Καθιερωμένο όνομα ουσίας, ποτέ εσωτερικό ψευδώνυμο | Η αντιστοίχιση με πιστοποιητικό και δελτίο ασφαλείας |
| Κωδικός μητρικής παρτίδας | Ο αριθμός του προμηθευτή, αυτούσιος | Η μόνη πληροφορία που δεν ανακτάται με μέτρηση |
| Κωδικός κλάσματος | Σειριακό επίθεμα, π.χ. -A03 | Ο διαχωρισμός δύο κλασμάτων της ίδιας παρτίδας |
| Μορφή και ποσότητα | Σκόνη ή διάλυμα, και η ποσότητα που τοποθετήθηκε | Η συμφωνία ποσοτήτων με το μητρώο |
| Ημερομηνία δημιουργίας | Μορφή ΕΕΕΕ-ΜΜ-ΗΗ | Η αφετηρία κάθε χρονικού ορίου |
| Ημερομηνία λήξης ή επανελέγχου | ΕΕΕΕ-ΜΜ-ΗΗ, από τον φάκελο της παρτίδας | Το τέλος ζωής του κλάσματος |
| Συνθήκες φύλαξης | Αριθμητικό εύρος θερμοκρασίας | Η επαληθευσιμότητα: το «σε ψυγείο» δεν ελέγχεται |
| Αρχικά χειριστή | Δύο ή τρία γράμματα, σταθερά ανά πρόσωπο | Η απόδοση της εγγραφής σε πρόσωπο |
| Δήλωση χρήσης | «Μόνο για ερευνητική χρήση» | Η δήλωση, μόλις χαθεί η αρχική συσκευασία |
Η θέση της ετικέτας είναι μέρος της ετικέτας. Το πώμα δεν είναι επιφάνεια σήμανσης: χάνεται και ανταλλάσσεται κατά λάθος με το διπλανό. Η ετικέτα δεν καλύπτει τη στάθμη πλήρωσης, γιατί η οπτική επιθεώρηση του περιεχομένου είναι μέρος του ελέγχου. Όταν το δοχείο είναι πολύ μικρό για όλα τα πεδία, η λύση είναι κατανομή και όχι παράλειψη: στο δοχείο μένουν ταυτότητα, κωδικοί παρτίδας και κλάσματος και ημερομηνία, ενώ η πλήρης πληροφορία μεταφέρεται στην εξωτερική συσκευασία ή στη θέση της θήκης. Η λογική δεν είναι αυτοσχέδια — ο Κανονισμός CLP προβλέπει ανάλογες παρεκκλίσεις για πολύ μικρές συσκευασίες ουσιών που διατίθενται στην αγορά [9]. Ένα εσωτερικό κλάσμα δεν διατίθεται στην αγορά και δεν εμπίπτει στον CLP, αλλά ο τρόπος που ο κανονισμός μοιράζει την πληροφορία ανάμεσα σε εσωτερικό και εξωτερικό δοχείο είναι το σωστό πρότυπο εργασίας.

Ημερομήνιση: ποια ημερομηνία και σε ποια μορφή
Το «04/03/2026» δεν είναι ημερομηνία· είναι δύο ημερομηνίες που μοιράζονται την ίδια γραφή. Στην Ελλάδα διαβάζεται 4 Μαρτίου, σε αμερικανικό έγγραφο 3 Απριλίου, και η διαφορά εμφανίζεται ακριβώς τη στιγμή που κάποιος τρίτος προσπαθεί να ανασυνθέσει τι έγινε. Το ISO 8601-1:2019 λύνει το πρόβλημα με έναν κανόνα: τα στοιχεία γράφονται από το μεγαλύτερο προς το μικρότερο, δηλαδή έτος, μήνας, ημέρα, σε μορφή ΕΕΕΕ-ΜΜ-ΗΗ [6]. Το παράπλευρο όφελος δεν το προσφέρει καμία άλλη μορφή: η αλφαριθμητική ταξινόμηση συμπίπτει με τη χρονολογική, οπότε ένας φάκελος αρχείων ταξινομείται σωστά χωρίς καμία μετατροπή. Όπου χρειάζεται και ώρα, γράφεται σε 24ωρη μορφή με ρητή διαφορά από τον συντονισμένο παγκόσμιο χρόνο.
| Ημερομηνία | Τι ορίζει | Ποιος την ορίζει |
|---|---|---|
| Παρασκευής ή πλήρωσης | Πότε παρήχθη η μητρική παρτίδα | Παρασκευαστής |
| Λήξης | Πότε παύει να χρησιμοποιείται το υλικό | Παρασκευαστής |
| Επανελέγχου | Πότε πρέπει να επανεξεταστεί για να παραμείνει σε χρήση | Παρασκευαστής |
| Παραλαβής | Πότε πέρασε στην ευθύνη του εργαστηρίου | Εργαστήριο |
| Πρώτου ανοίγματος | Την αφετηρία κάθε ορίου που μετράται από το άνοιγμα | Εργαστήριο |
| Κλασματοποίησης | Την αφετηρία ζωής του συγκεκριμένου κλάσματος | Εργαστήριο |
| Εξάντλησης ή απόρριψης | Το κλείσιμο της εγγραφής | Εργαστήριο |
Η σύγχυση ανάμεσα σε ημερομηνία λήξης και ημερομηνία επανελέγχου είναι από τα συχνότερα σφάλματα αντιγραφής, και δεν είναι λεπτομέρεια ορολογίας. Το ICH Q7 τις αντιμετωπίζει ως διαφορετικά εργαλεία: υλικό με ημερομηνία λήξης παύει να χρησιμοποιείται μετά από αυτήν, ενώ υλικό με ημερομηνία επανελέγχου μπορεί να παραμείνει σε χρήση εφόσον επανεξεταστεί και βρεθεί εντός προδιαγραφών· η πρώτη αναγράφεται στην ετικέτα και στο πιστοποιητικό, η δεύτερη στην ετικέτα ή/και στο πιστοποιητικό [2]. Δύο συνέπειες για το κλάσμα. Δεν αποκτά ποτέ μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τη μητρική παρτίδα — η διαίρεση δεν παράγει χρόνο. Και μια ημερομηνία επανελέγχου δεν αντιγράφεται σαν να ήταν ημερομηνία λήξης: αν το εργαστήριο δεν πρόκειται να εκτελέσει τον επανέλεγχο, η ειλικρινής καταγραφή είναι ότι μετά από αυτήν το υλικό θεωρείται μη χαρακτηρισμένο.
Ο κωδικός που δένει το κλάσμα με τη μητρική παρτίδα
Ο πιο ανθεκτικός τρόπος αρίθμησης είναι ο σύνθετος: ο κωδικός της μητρικής παρτίδας αυτούσιος, συν ένα σειριακό επίθεμα για το κλάσμα. Το σχήμα αυτό έχει μια ιδιότητα που κανένα εσωτερικό αύξοντα νούμερο δεν έχει — διαβάζεται μόνο του. Ένας κωδικός σαν «B2471-A03» λέει σε οποιονδήποτε, χωρίς πρόσβαση στο σύστημα, ότι το δοχείο προέρχεται από την παρτίδα B2471 και είναι το τρίτο κλάσμα της πρώτης σειράς διαίρεσης. Αντίθετα, ένα σκέτο «17» δεν λέει τίποτα όταν χαθεί ο πίνακας αντιστοίχισης, και ο πίνακας αντιστοίχισης χάνεται πάντα αργότερα από ό,τι θα ήταν βολικό.
- Ο κωδικός της μητρικής παρτίδας δεν συντομεύεται και δεν «καθαρίζεται» από παύλες ή μηδενικά· αντιγράφεται χαρακτήρα προς χαρακτήρα από την ετικέτα του προμηθευτή [1].
- Ένας κωδικός που αποσύρθηκε δεν επαναχρησιμοποιείται ποτέ για άλλο δοχείο, ακόμη και χρόνια αργότερα.
- Δύο παρτίδες της ίδιας ουσίας δεν συγχωνεύονται σε ένα δοχείο, όσο και αν ταυτίζονται τα πιστοποιητικά τους — η συγχώνευση διαγράφει την ιχνηλασιμότητα και των δύο.
- Νέα ετικέτα μπαίνει δίπλα στην παλιά, ποτέ από πάνω της· μια ετικέτα που καλύπτει άλλη είναι διαγραφή αρχείου με άλλο όνομα.
- Το κλάσμα καταχωρίζεται στο μητρώο τη στιγμή της δημιουργίας του, όχι στο τέλος της ημέρας: η καταγραφή τη στιγμή της ενέργειας είναι ρητή απαίτηση τεκμηρίωσης και όχι θέμα ρυθμού εργασίας [4].
- Αν το υλικό ανασυσταθεί ή αραιωθεί, το νέο δοχείο φέρει τον κωδικό της μητρικής παρτίδας και ρητή ένδειξη ότι το περιεχόμενο δεν είναι πλέον στη μορφή που περιγράφει το πιστοποιητικό ανάλυσης [2].
Το μητρώο: πεδία, συμφωνία ποσοτήτων, διάρκεια τήρησης
Η ετικέτα κρατά ό,τι πρέπει να διαβαστεί με το χέρι στο ψυγείο· το μητρώο κρατά τα υπόλοιπα — όσα ζητά η ιχνηλασιμότητα της παρτίδας μέχρι την απόρριψή της. Το ISO/IEC 17025 απαιτεί τα τεχνικά αρχεία να περιέχουν αρκετή πληροφορία ώστε να αναγνωρίζονται οι παράγοντες που επηρεάζουν ένα αποτέλεσμα, μαζί με την ημερομηνία και την ταυτότητα του προσωπικού που εκτέλεσε κάθε ενέργεια [1]. Ως προς τη διάρκεια τήρησης, το ίδιο πρότυπο αφήνει το εργαστήριο να ορίσει την περίοδο, εφόσον την ορίσει ρητά και τη διασφαλίσει· δεν δίνει αριθμό [1]. Ένα χρήσιμο μέτρο σύγκρισης δίνει το ICH Q7, το οποίο για παρασκευαστές ζητά τήρηση των αρχείων παραγωγής και διανομής τουλάχιστον ένα έτος μετά την ημερομηνία λήξης της παρτίδας, και για υλικά με ημερομηνία επανελέγχου τουλάχιστον τρία έτη μετά την πλήρη διάθεση της παρτίδας [2]. Ένα ερευνητικό εργαστήριο δεν δεσμεύεται από αυτά τα διαστήματα, αλλά τα χρειάζεται ως αφετηρία: μια πολιτική «κρατάμε ό,τι προλάβουμε» δεν είναι πολιτική.
- Κωδικός κλάσματος και κωδικός μητρικής παρτίδας, στα ίδια ακριβώς ψηφία με την ετικέτα.
- Ημερομηνία δημιουργίας και ταυτότητα του χειριστή, καθώς και δεύτερου προσώπου όπου εφαρμόζεται επαλήθευση.
- Ποσότητα που τοποθετήθηκε σε κάθε κλάσμα και υπόλοιπο του μητρικού δοχείου μετά τη διαίρεση.
- Θέση φύλαξης, αρκετά συγκεκριμένη ώστε να εντοπίζεται χωρίς αναζήτηση: συσκευή, ράφι, θήκη, θέση.
- Παραπομπή στο αρχείο του πιστοποιητικού ανάλυσης και του δελτίου δεδομένων ασφαλείας, με τον αριθμό παρτίδας μέσα στο όνομα του αρχείου.
- Κάθε επόμενο συμβάν του δοχείου: άνοιγμα, μεταφορά, μετρημένοι κύκλοι ψύξης–απόψυξης, εξάντληση, απόρριψη.
Ένα πεδίο του μητρώου αξίζει ιδιαίτερη προσοχή, γιατί είναι το μόνο που εντοπίζει σφάλματα από μόνο του: η συμφωνία ποσοτήτων. Το άθροισμα των ποσοτήτων που τοποθετήθηκαν στα κλάσματα, συν το υπόλοιπο του μητρικού δοχείου, συν οτιδήποτε καταγράφηκε ως απώλεια, πρέπει να ισούται με την αρχική ονομαστική ποσότητα. Όταν δεν ισούται, η διαφορά δεν είναι στρογγυλοποίηση — είναι ένα κλάσμα που δεν καταχωρίστηκε, μια ετικέτα με λάθος αριθμό ή μια μεταφορά που δεν έγινε όπως καταγράφηκε. Ένα μητρώο που δεν κλείνει αριθμητικά δεν είναι ελλιπές· είναι μητρώο που κρύβει ένα σφάλμα το οποίο κάποιος θα ανακαλύψει σε χειρότερη στιγμή.
Τι κάνει μια εγγραφή αποδεκτή: η αρχή ALCOA
Οι ρυθμιστικές αρχές έχουν συμπυκνώσει σε ένα ακρωνύμιο το τι κάνει μια εγγραφή αξιόπιστη, και είναι το χρησιμότερο μνημονικό που υπάρχει για εργαστηριακό αρχείο. Στην καθοδήγηση της βρετανικής MHRA για την ακεραιότητα δεδομένων, μια εγγραφή πρέπει να είναι αποδοτέα σε πρόσωπο, ευανάγνωστη, σύγχρονη της ενέργειας, πρωτότυπη και ακριβής — και η επέκταση της αρχής προσθέτει ότι πρέπει να είναι πλήρης, συνεπής, ανθεκτική στον χρόνο και διαθέσιμη όταν ζητηθεί [3]. Καμία από αυτές τις ιδιότητες δεν αφορά τεχνολογία· όλες αφορούν τη στιγμή που γράφεται η εγγραφή.
- Αποδοτέα: φαίνεται ποιος έκανε την ενέργεια και πότε· κοινόχρηστα αρχικά ή κοινός λογαριασμός ακυρώνουν την ιδιότητα [3].
- Ευανάγνωστη και ανθεκτική: γράψιμο με ανεξίτηλο μέσο, σε υλικό που δεν σβήνει με το πρώτο σκούπισμα [4].
- Σύγχρονη: γράφεται τη στιγμή της ενέργειας, όχι όταν αδειάσει το πρόγραμμα [4].
- Πρωτότυπη: η πρώτη καταγραφή διατηρείται· η μεταφορά σε καθαρογραμμένο έντυπο δεν αντικαθιστά το πρωτότυπο [3].
- Ακριβής και πλήρης: περιλαμβάνει και τα αποτελέσματα που δεν βόλευαν, μαζί με τη σημείωση τι έγινε με αυτά [3].
Η διόρθωση είναι το σημείο όπου ένα καλό αρχείο ξεχωρίζει από ένα διακοσμητικό. Λάθος καταχώριση διαγράφεται με μία γραμμή που αφήνει το αρχικό ορατό, δίπλα μπαίνει η σωστή τιμή, τα αρχικά του προσώπου, η ημερομηνία και ο λόγος όπου δεν είναι προφανής. Ό,τι κρύβει την αρχική εγγραφή —διορθωτικό υγρό, μουτζούρα, νέα ετικέτα πάνω από την παλιά— μετατρέπει τη διόρθωση σε διαγραφή. Η συμπλήρωση εγγραφών εκ των υστέρων και η αναδρομική ημερομήνιση δεν είναι ατέλειες αρχείου· η καθοδήγηση για την ακεραιότητα δεδομένων τις αντιμετωπίζει ως παραποίηση [3], και η απαίτηση για χειρόγραφες καταχωρίσεις σαφείς, ευανάγνωστες και ανεξίτηλες, γραμμένες τη στιγμή της ενέργειας, είναι ρητή [4].
Χαρτί ή λογισμικό: η διαδρομή ελέγχου
Το ερώτημα «τετράδιο ή υπολογιστής» τίθεται λάθος. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί κάποιος να αλλάξει μια εγγραφή χωρίς να μείνει ίχνος. Ένα δεμένο τετράδιο με αριθμημένες σελίδες το κάνει δύσκολο· ένα υπολογιστικό φύλλο το κάνει αόρατο, γιατί μια αλλαγή σε κελί δεν αφήνει τίποτα πίσω της. Η ευρωπαϊκή καθοδήγηση για τα μηχανογραφημένα συστήματα ζητά, βάσει εκτίμησης κινδύνου, εγγραφή όλων των σχετικών μεταβολών και διαγραφών — διαδρομή ελέγχου παραγόμενη από το ίδιο το σύστημα — μαζί με έλεγχο πρόσβασης και αντίγραφα ασφαλείας [4]. Το υπολογιστικό φύλλο δεν απαγορεύεται· απλώς δεν τεκμηριώνει. Το ελάχιστο αντιστάθμισμα είναι κλείδωμα των καταχωρισμένων γραμμών, ονομαστικοί λογαριασμοί αντί κοινόχρηστων, και περιοδικά αντίγραφα σε μη επεξεργάσιμη μορφή.
Πόσο συχνά αποτυγχάνει η σήμανση — και τι δεν ξέρουμε
Τα καλύτερα διαθέσιμα δεδομένα για σφάλματα ταυτοποίησης δείγματος δεν προέρχονται από ερευνητικά εργαστήρια αλλά από κλινικά, και είναι χρήσιμα με την προϋπόθεση ότι διαβάζονται ως τάξη μεγέθους και όχι ως πρόβλεψη. Μια πολυκεντρική μελέτη Q-Probes του College of American Pathologists σε 120 ιδρύματα κατέγραψε συνολικό ρυθμό σφαλμάτων ταυτοποίησης που έφτασαν σε εκδοθέντα αποτελέσματα ίσο με 55 σφάλματα ανά ένα εκατομμύριο χρεώσιμες εξετάσεις [7]. Μια διαχρονική ανάλυση σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο, πάλι στις ΗΠΑ, εξέτασε 16.632 σφάλματα δείγματος και βρήκε ότι τα λανθασμένα επισημασμένα δείγματα αποτελούσαν το 1,0%, οι ασυμφωνίες με το παραπεμπτικό το 6,3% και τα ανεπισήμαντα δείγματα το 4,6% του συνόλου [8]. Και οι δύο μελέτες είναι του 2006, σε ροές εργασίας με πολύ υψηλότερο όγκο και εντελώς άλλα σημεία συλλογής από ένα εργαστήριο που κλασματοποιεί υλικό στον πάγκο.
Για τη μία παρέμβαση που φαίνεται σταθερά να δουλεύει υπάρχει επίσης δεδομένο: σε παιδιατρικό ογκολογικό νοσοκομείο, η εισαγωγή συστήματος ταυτοποίησης με γραμμωτό κώδικα συνοδεύτηκε από πτώση των λανθασμένα επισημασμένων δειγμάτων από 0,03% σε 0,005% μέσα στους δώδεκα μήνες μετά την πλήρη εφαρμογή του [5]. Η εντιμότητα απαιτεί να ειπωθεί τι δεν καλύπτει το εύρημα: πρόκειται για σύγκριση δύο χρονικών περιόδων χωρίς ομάδα ελέγχου, σε περιβάλλον όπου η σάρωση γίνεται στο σημείο συλλογής. Δημοσιευμένη σειρά δεδομένων για ρυθμούς σφάλματος στη σήμανση κλασμάτων ερευνητικού υλικού δεν υπάρχει — η βιβλιογραφία απλώς δεν έχει γραφτεί. Ο μηχανισμός μεταφέρεται: η χειρόγραφη αντιγραφή κωδικού είναι το βήμα που αποτυγχάνει, και κάθε αντικατάστασή του με μηχανική ανάγνωση αφαιρεί ένα σημείο αστοχίας. Οι αριθμοί δεν μεταφέρονται.
Ετικέτες που αντέχουν: κατάψυξη, υγρασία, διαλύτες
Δεν υπάρχει πρότυπο «ετικέτας κατάψυξης» με αριθμό και πεδίο εφαρμογής· υπάρχει μόνο η απαίτηση αποτελέσματος, ότι η ταυτοποίηση διατηρείται όσο το αντικείμενο βρίσκεται στην ευθύνη του εργαστηρίου [1]. Οι τρόποι αστοχίας είναι λίγοι και προβλέψιμοι: η κόλλα χάνει την πρόσφυσή της στις χαμηλές θερμοκρασίες και η άκρη σηκώνεται, η υγροποίηση κατά την επαναφορά σε θερμοκρασία δωματίου διαλύει το μελάνι, και το σκούπισμα με αιθανόλη ή ισοπροπανόλη σβήνει μαρκαδόρο και εκτύπωση ψεκασμού. Ο έλεγχος διαρκεί δέκα λεπτά ανά τύπο ετικέτας: κολλήστε μία σε άδειο δοχείο, γράψτε με το μέσο που χρησιμοποιείτε, περάστε την από έναν κύκλο ψύξης–απόψυξης και σκουπίστε με αιθανόλη. Αν μουτζουρώσει ή σηκωθεί, το πρόβλημα δεν είναι το πρόσωπο που γράφει. Ο δεύτερος κανόνας είναι η εφεδρεία: ο ίδιος κωδικός γραμμένος και στη θέση της θήκης κάνει μια ετικέτα που έπεσε ενόχληση και όχι απώλεια υλικού.
Το ελληνικό πλαίσιο: ΕΣΥΔ, ΕΛΟΤ EN ISO/IEC 17025, ΕΟΦ
Στην Ελλάδα η διαπίστευση εργαστηρίων γίνεται από το ΕΣΥΔ έναντι του ΕΛΟΤ EN ISO/IEC 17025, δηλαδή της ελληνικής υιοθέτησης του ίδιου διεθνούς προτύπου που ορίζει τις απαιτήσεις ταυτοποίησης και τεχνικών αρχείων [1]. Αν αναθέτετε αναλύσεις σε ελληνικό εργαστήριο, το ερώτημα δεν είναι αν είναι «πιστοποιημένο» —λέξη που εδώ δεν σημαίνει τίποτα— αλλά αν η συγκεκριμένη μέθοδος περιλαμβάνεται στο δημοσιευμένο πεδίο διαπίστευσής του και αν το πιστοποιητικό που θα λάβετε φέρει τον αριθμό παρτίδας σας. Ο ΕΟΦ είναι η αρμόδια αρχή για τα φάρμακα ανθρώπινης χρήσης και δεν εποπτεύει ερευνητικά υλικά· γίνεται όμως αρμόδιος μόλις η επισήμανση ενός υλικού το τοποθετήσει στο φαρμακευτικό πεδίο, και αυτό ακριβώς το ρίσκο ελαχιστοποιεί μια αυστηρά περιγραφική ετικέτα. Τέλος, όπου το υλικό είναι ταξινομημένο ως επικίνδυνο και διατίθεται στην ελληνική αγορά, η ετικέτα κινδύνου συντάσσεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους [9]: η αντιστοίχιση των εσωτερικών κλασμάτων με το ελληνόγλωσσο δελτίο δεδομένων ασφαλείας πρέπει να είναι προφανής σε κάποιον που δεν ήταν παρών όταν γράφτηκαν.
Πηγές
- ISO/IEC 17025:2017 — General requirements for the competence of testing and calibration laboratoriesInternational Organization for Standardization / International Electrotechnical Commission, 2017
- ICH Q7: Good Manufacturing Practice Guide for Active Pharmaceutical IngredientsInternational Council for Harmonisation / European Medicines Agency (CPMP/ICH/4106/00), 2000
- Guidance on GxP data integrityMedicines and Healthcare products Regulatory Agency (MHRA), United Kingdom, 2018
- EudraLex Volume 4 — Good Manufacturing Practice (GMP) guidelines: Chapter 4 Documentation and Annex 11 Computerised SystemsEuropean Commission, Directorate-General for Health and Food Safety, 2011
- Computer-assisted bar-coding system significantly reduces clinical laboratory specimen identification errors in a pediatric oncology hospitalThe Journal of Pediatrics 152(2):219–224 (PMID 18206692), 2008
- ISO 8601-1:2019 — Date and time — Representations for information interchange — Part 1: Basic rulesInternational Organization for Standardization, 2019
- Identification errors involving clinical laboratories: a College of American Pathologists Q-Probes study of patient and specimen identification errors at 120 institutionsArchives of Pathology & Laboratory Medicine 130(8):1106–1113 (PMID 16879009), 2006
- Patient safety in the clinical laboratory: a longitudinal analysis of specimen identification errorsArchives of Pathology & Laboratory Medicine 130(11):1662–1668 (PMID 17076528), 2006
- Regulation (EC) No 1272/2008 on classification, labelling and packaging of substances and mixtures (CLP)European Parliament and Council of the European Union (EUR-Lex), 2008
